δαι

δαί (επιφώνημα) (Α)
αρχ. τύπος αντί τού δη, ο οποίος χρησιμοποιείται για να δηλώσει θαυμασμό ή περιέργεια (σε ερωτηματικές προτάσεις).
[ΕΤΥΜΟΛ. Νεώτερος σχηματισμός αντί του δη* (κατά το νή -ναι), από το οποίο δεν διαφέρει στη σημασία, αλλά στη χρήση και στην έκταση τής χρήσεώς του. Τίθεται στον λόγο μετά τα ερωτηματικά τίς, τί, πώς, πού. Είναι αμφίβολο αν απαντά στον Όμηρο, ενώ είναι σύνηθες στους Ευριπίδη και Αριστοφάνη. Συχνά πρόκειται για λανθασμένο τ. αντί τού δέ*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δαί — what? how? indeclform (particle) δαίς 1 fire brand fem voc sg δαίς 1 fire brand fem voc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάι — δάϊ , δάις 2 war fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάι' — δά̱ϊα , δάιος hostile neut nom/voc/acc pl δά̱ϊε , δάιος hostile masc voc sg δά̱ϊαι , δάιος hostile fem nom/voc pl δᾴ̱ᾱͅ , δάιος hostile fem dat sg (doric aeolic) δάιο , δάω learn aor imperat mid 2nd sg (doric) δάιο , δάω learn aor ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δᾶ' — δαί , δαί what? how? indeclform (particle) δαί , δαίς 1 fire brand fem voc sg δαί , δαίς 1 fire brand fem voc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαΐς — (I) δαΐς, η (Α) πόλεμος, μάχη. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για αρχαϊκή λ., για τον σχηματισμό και τον τονισμό τής οποίας δεν συμφωνούν οι μελετητές. Η λ. απαντά στην επική δοτική δαΐ < δαϊ ι (πρβλ. δαϊκτάμενος), ενώ πρόβλημα παρουσιάζει η ονομαστική, η …   Dictionary of Greek

  • Diaeresis (prosody) — For other uses, see Diaeresis (disambiguation). In poetic meter, diaeresis (/daɪˈɛrɨ …   Wikipedia

  • δαίμονας — ο (θηλ. δαιμόνισσα, η) (AM δαίμων, ο Α θηλ. δαίμων, η και δαιμονίς, η) πονηρό πνεύμα, διάβολος νεοελλ. 1. (για ανθρώπους) έξυπνος αλλά καταχθόνιος 2. (σε αναφώνηση οργής ή εκπλήξεως) «τί δαίμονα!», «να πάρει ο δαίμονας!» 3. δαίμων ο αστέρας β τού …   Dictionary of Greek

  • dens-1 —     dens 1     English meaning: talent, force of mind; to learn     Deutsche Übersetzung: “hohe Geisteskraft, weiser Ratschluß”; verbal: “lehren, lernen”     Material: densos n.: O.Ind. dáṁsas n. “powerful wonder, wise feat” = Av. daŋhah “… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • deuk- —     deuk     English meaning: to drag     Deutsche Übersetzung: “ziehen”     Material: Gk. δαι δύσσεσθαι ἕλκεσθαι Hes. (*δαι δυκ ι̯ω with intensive reduplication as παι φάσσω). In addition perhaps also δεύκει φροντίζει Hes., wherefore Hom.… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • геоде́зия — и, ж. Наука, изучающая формы и размеры Земли (высшая геодезия) и занимающаяся измерениями на местности для отображения земной поверхности на планах и картах (топография). [От греч. γη̃ земля и δαιω распределение, разделение] …   Малый академический словарь

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.